ADVANCED SEARCH +

Aegeus Society for Aegean Prehistory

EXCAVATIONS & RESEARCH

Two new Linear B tablets from the Late Bronze Age settlement at ‘Kastro-Palaia’ in Volos: from the excavations of Dimitrios R. Theocharis to the results of the recent interdisciplinary investigations (in Greek)

 

Tο ιστορικό της έρευνας στο «Κάστρο – Παλαιά» Βόλου

Μεταξύ των ετών 1956 και 1961 ο Δημήτριος Θεοχάρης, τότε Έφορος Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας και εταίρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, πραγματοποίησε ανασκαφές στον λόφο του Κάστρου των «Παλαιών», της συνοικίας που αποτελεί τον ιστορικό πυρήνα της σύγχρονης πόλης του Βόλου. Ο Θεοχάρης θέλησε να εξετάσει την ορθότητα της θεωρίας του Χρήστου Τσούντα, που είχε διατυπώσει από τις αρχές του 20ου αι., σύμφωνα με την οποία ο λόφος των «Παλαιών» ταυτίζεται με την αρχαία Ιωλκό. Ο Τσούντας είχε κάνει μία σύντομη ανασκαφή σε μία από τις πλαγιές του λόφου, που έδειξε ότι ο λόφος ήταν εξ ολοκλήρου τεχνητός και είχε δημιουργηθεί από τη συσσώρευση αρχαίων αποθέσεων κατοίκησης. Ο Θεοχάρης ύστερα από ένα κενό 30 χρόνων, εκμεταλλευόμενος τη συγκυρία των καταστρεπτικών σεισμών που σχεδόν ισοπέδωσαν την πόλη του Βόλου το 1955 και πριν να αρχίσει η ανοικοδόμηση των σπιτιών, πραγματοποίησε ανασκαφικές έρευνες στο λόφο, μαζί με την αρχαιολόγο και σύζυγό του Μαρία, μεταξύ των ετών 1956 και 1961 με την οικονομική συνδρομή της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Εικ. 1. Ανασκαφές Δ. Ρ. Θεοχάρη στη θέση Κάστρο-Παλαιά στο Βόλο (1956-1961).

Πραγματοποίησε 4 διαφορετικές τομές, τις “Τάφρους I-IV”, στη βόρεια και βορειο-δυτική πλευρά του λόφου, που έδειξαν τη συνεχή κατοίκηση αυτού του χαμηλού εξάρματος του εδάφους από την Πρωτοελλαδική ΙΙ περίοδο και εξής, από τα μέσα δηλ. της 3ης χιλ. π.Χ. (Εικ. 1). Όπως ο Τσούντας, 50 χρόνια πριν, έτσι και το ζεύγος Θεοχάρη δεν μπορεί να ερευνήσει βαθύτερα, γιατί έφθασαν στο επίπεδο του υδροφόρου ορίζοντα. Στην επονομαζόμενη «Τάφρο ΙΙΙ» το ενδιαφέρον του ανασκαφέα επικεντρώθηκε στα μυκηναϊκά στρώματα, όπου οι αποκαλυφθείσες αρχιτεκτονικές δομές και τα ανευρεθέντα τέχνεργα τον ωθούν να προτείνει σχεδόν εξαρχής ότι πρόκειται για “ανακτορική κατασκευή” της μυκηναϊκής περιόδου. Η αρχαιολογική του σκαπάνη έφερε επίσης στο φως σημαντικά κτίρια πρωτογεωμετρικών και γεωμετρικών χρόνων. Επάνω στα κτήρια της Εποχής Χαλκού και Σιδήρου κατά τους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους χτίζεται οχυρωματικό τείχος και έτσι προκύπτει και η ονομασία της θέσης «Κάστρο».

Εικ. 2. Ανασκαφές Δ. Ρ. Θεοχάρη: Δωμάτιο του μυκηναϊκού διοικητικού συγκροτήματος με τοιχογραφίες.

Τρία δωμάτια κατά μήκος της δυτικής πλαγιάς του λόφου αποτελούν την τελευταία μυκηναϊκή φάση, που κατασκευάστηκε κατά την ΥΕ ΙΙΙΒ περίοδο και καταστράφηκε από πυρκαγιά στο τέλος της ίδιας περιόδου, κατά την οποία χρονολογούνται οι καταστροφές των Μυκηνών, της Τίρυνθας, της Θήβας, καθώς και της Πύλου (γύρω στο 1200 π.Χ.). Τα δωμάτια αυτής της φάσης θεωρήθηκε ότι ανήκαν σε κτηριακό συγκρότημα μήκους 27,50 μ. Το δάπεδο με επίχρισμα πηλού που αποκάλυψε η σκαπάνη του Θεοχάρη στα βόρεια των δωματίων, μήκους 12,50 μ., ερμηνεύθηκε ως η «αυλή του ανακτόρου». Θεώρησε λοιπόν ότι είχε αποκαλύψει ένα ενιαίο κτηριακό συγκρότημα που ξεπερνούσε σε μήκος τα 40 μ. Τα δάπεδα των δωματίων είναι επιχρισμένα, ορισμένοι από τους τοίχους έχουν πάχος πάνω από 1,00 μ., για να στηρίξουν, όπως υποστηρίχθηκε, δεύτερο όροφο. Ξυλοδεσιές, οριζόντιες και κάθετες, είναι ενσωματωμένες στην λίθινη τοιχοποιία και επικαλυμμένες με ασβεστοκονία. Άλλο ένα δωμάτιο της ίδιας φάσης, σύμφωνα με την ανασκαφική αναφορά του Θεοχάρη, περιείχε θραύσματα τοιχογραφιών, που διατηρούσαν μπλε και ερυθρά χρώματα (Εικ. 2). Όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία συνιστούσαν, κατά τον Θεοχάρη, «ένα τυπικό ανάκτορο». Αξίζει να επισημάνουμε σε άλλο σημείο του λόφου την ύπαρξη πιθανού εργαστηρίου μεταλλικών αντικειμένων, με βάση την εύρεση χαλκουργικής μήτρας, 3 τμημάτων χωνευτηρίων για τη χύτευση χαλκού, σκωριών χαλκού, ράβδων χαλκού, δύο χάλκινων μαχαιριδίων και ενός μολύβδινου αγγείου.

Με βάση τα ευρήματα της “Τάφρου ΙΙΙ” ένα παχύ στρώμα καύσης σηματοδοτούσε το τέλος της μυκηναϊκής περιόδου και τη διαχώριζε με σαφήνεια από την ακόλουθη Πρωτο-Γεωμετρική περίοδο. Σε μελέτες κεραμεικής από τις ανασκαφές Θεοχάρη που ακολούθησαν κανένας από τους μελετητές δεν διαπίστωσε απουσία κάποιας κεραμεικής φάσης, γεγονός που πιστοποιεί την αδιατάρακτη κατοίκηση στη θέση από τους μυκηναϊκούς χρόνους στους πρωτογεωμετρικούς. Μεταξύ των πολυάριθμων ευρημάτων συγκαταλέγονταν θραύσματα ενός κρατήρα ντόπιας προέλευσης με απεικόνιση ανθρώπινων μορφών σε πομπή, θραύσματα ενός αργολικού κρατήρα με απεικόνιση τοξότη, πήλινα ειδώλια, όλα της «τελευταίας μυκηναϊκής φάσης» (Εικ. 3 & 4).

 

Εικ. 3.  Κύλικες από την Τάφρο ΙΙΙ
(Φωτ. του Δ. Ρ. Θεοχάρη).
Εικ. 4. Ειδώλια από την Τάφρο ΙΙΙ
(Φωτ. του Δ. Ρ. Θεοχάρη).

 

Στο “Έργον” και στα “Πρακτικά” της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας δημοσιεύθηκαν προκαταρκτικές αναφορές για τις ανασκαφικές έρευνες στο λόφο του Κάστρου με τον τίτλο “Ιωλκός”. Τα ευρήματα, ωστόσο, δεν μελετήθηκαν ποτέ συστηματικά, ούτε δημοσιεύθηκαν πλήρως. Η ΙΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Βόλου έχει έκτοτε πραγματοποιήσει σωστικές ανασκαφές τόσο πάνω στο λόφο, κυρίως υπό την εποπτεία της αρχαιολόγου Ζωής Μαλακασιώτη, όσο και στα νεκροταφεία του οικισμού προς βορρά, στη Νέα Ιωνία και στη συνοικία Αγ. Αναργύρων. Συγκεκριμένα, έως το 1994 είχαν ανασκαφεί στα νεκροταφεία της Νέας Ιωνίας περίπου 500 τάφοι διαφόρων περιόδων (πρωτοελλαδικοί, υστεροελλαδικοί ΙΙΒ, υστεροελλαδικοί ΙΙΙΑ, πρωτογεωμετρικοί, γεωμετρικοί, αρχαϊκοί, κλασικοί, ελληνιστικοί, ρωμαϊκοί και παλαιοχριστιανικοί). Η ανεύρεση τάφων συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Οι τάφοι αυτοί ήρθαν να προστεθούν στον επιβλητικό θολωτό τάφο στη συνοικία των Αγ. Αναργύρων/Καπακλί αμέσως στα βόρειο-δυτικά του λόφου, που έχει ανασκαφεί από τον Κ. Κουρουνιώτη στις αρχές του 20ου αι., σε εκείνους που ανέσκαψε ο Α. Αρβανιτόπουλος στη θέση ‘Πασπαλιά’ αμέσως βόρεια του λόφου στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αι. και στους 20 τάφους που ανέσκαψαν ο Δημήτριος και η Μαρία Θεοχάρη στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι αυτοί οι τάφοι ανήκουν στον οικισμό του «Κάστρου-Παλαιών». Η πρώτη δεκαετία του 21ου αι. μας επιφύλασσε άλλο ένα εντυπωσιακό ταφικό εύρημα, που ήρθε να προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα: ένα νέο θολωτό μυκηναϊκό τάφο στη θέση Αγ. Παρασκευή/Καζανάκι, που βρίσκεται στις βόρειες υπώρειες του ίδιου νεκροταφείου.

 

Το διεπιστημονικό πρόγραμμα

Κατά το 2009 ξεκίνησε, με την οικονομική συνδρομή του ΥΠΠΟΤ και του Ινστιτούτου Αιγαιακής Προϊστορίας (INSTAP), ένα πενταετές διεπιστημονικό ερευνητικό πρόγραμμα υπό τη διεύθυνση της αρχαιολόγου του Μουσείου Βόλου κ. Ευαγγελίας Σκαφιδά με πλειάδα συνεργατών, με στόχο τη μελέτη, επαναξιολόγηση και δημοσίευση των αρχαιολογικών δεδομένων από τις παλαιές ανασκαφικές έρευνες. Η έρευνά μας πραγματοποιείται με την άδεια του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, αλλά και τη στήριξη της Αρχαιολογικής Εταιρείας ως φορέα των παλαιών ανασκαφών. Οι δυσκολίες και οι προκλήσεις ήταν και είναι πολλές. Πραγματοποιούμε, στην ουσία, μια δεύτερη ανασκαφή στα αρχαιολογικά δεδομένα και στο αρχειακό υλικό, η οποία επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις. Η ομάδα μας, σε κάθε βήμα της στο μονοπάτι της κατανόησης του υλικού συναντά τον πρωτοποριακό και προνοητικό χαρακτήρα του Δημήτρη Θεοχάρη. Χάρη σ’ αυτόν σώζεται σήμερα το κτιριακό συγκρότημα που μελετούμε, αφού είχε φροντίσει να επιχώσει με επιμέλεια τμήματα των ανασκαμμένων από αυτόν χώρων.

 

Εικ. 5. Μυκηναϊκό διοικητικό κτηριακό συγκρότημα. Το "ανάκτορο της Ιωλκού", κατά τον Δ. Ρ. Θεοχάρη, στο Κάστρο-Παλαιά Βόλου. Τάφρος ΙΙΙ μετά τον καθαρισμό.

 

Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος έχουμε εμπλουτίσει το αρχείο Θεοχάρη, που ήταν κατατεθειμένο στην Εφορεία, με σημειώσεις, φωτογραφίες και σχέδια των ανασκαφών 1956-1961, με τα στοιχεία που μας παρείχε η Μαρία Θεοχάρη. Το αρχείο έχει ψηφιοποιηθεί από τους αρχαιολόγους Ιάκωβο Γεωργίου και Μαρία Τσιγάρα. Ταυτόχρονα, βρίσκονται σε εξέλιξη ο καθαρισμός και η συντήρηση της μόνης ανασκαφικής τομής που διατηρείται, της «Τάφρου ΙΙΙ» (Εικ. 5). Πραγματοποιήθηκε τοπογράφηση και νέα αρχιτεκτονική αποτύπωση των διατηρούμενων αρχιτεκτονικών δομών, με βάση την οποία πρόκειται να συνταχθεί μελέτη συντήρησης, στερέωσης και ανάδειξης του κτιριακού συγκροτήματος, με σκοπό την ενσωμάτωσή του στον αστικό ιστό της σύγχρονης πόλης του Βόλου.

Στο πλαίσιο της καταλογογράφησης και μελέτης των παλαιών ευρημάτων, το θεμελιώδες υλικό αποτελεί βέβαια η κεραμεική. Η αρχική καταλογογράφηση επιβεβαίωσε την ύπαρξη μυκηναϊκής κεραμεικής όλων των κεραμεικών φάσεων από την ΥΕ ΙΙΑ κ.ε., γεγονός που έτσι κι αλλιώς είχε διαπιστώσει και ο ανασκαφέας. Ανάμεσα στα όστρακα εντοπίστηκαν και εισηγμένα κομμάτια, από την Αίγινα, την Κρήτη, την Αργολίδα, αλλά και τη Συρο-Παλαιστίνη. Οι εισαγωγές καταδεικνύουν την εξωστρέφεια ενός δραστήριου κέντρου, με επαφές με την υπόλοιπη Ελλάδα και τη Μεσόγειο, από πρώιμες ακόμα εποχές, όπως δείχνει ένα θραύσμα καμαραϊκού αγγείου που προέρχεται από την Κρήτη του πρώτου μισού της 2ης χιλ. π.Χ. (Εικ. 6)

 

Εικ. 6. Τμήμα καμαραϊκού προχυτικού αγγείου από την Κρήτη.

 

Ένα σημαντικό κομμάτι του διεπιστημονικού, ερευνητικού προγράμματος αποτελούν οι αρχαιομετρικές αναλύσεις. Αναλύσεις έγιναν σε μεταλλουργικά υπολείμματα επτά τμημάτων χωνευτηρίων της Εποχής του Χαλκού, από τον καθ. Thilo Rehren, σε συνεργασία με τη συντηρήτρια Ελένη Ασδεράκη - Τζουμερκιώτη στα εργαστήρια Wolfson Science του Ινστιτούτου Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Διαπιστώθηκε τυπολογικό και χρονολογικό εύρος στη χρήση της τεχνολογίας του μετάλλου, με τα πρωιμότερα δείγματα χωνευτηριών να χρονολογούνται στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Το νέο δεδομένο από τις αναλύσεις ήταν ότι ο κασσίτερος ήταν γνωστός στην περιοχή του Αιγαίου ήδη από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού.

Εξίσου σημαντικά είναι τα αποτελέσματα των πρώτων ραδιοχρονολογήσεων με C14. Έξι δείγματα αναλύθηκαν από τον Γιάννη Μανιάτη στο Εργαστήριο Αρχαιομετρίας «Δημόκριτος» και απέδωσαν χρονολογίες μεταξύ του 15ου και του 13ου π.Χ. αιώνα.

Άλλο σημαντικό κομμάτι του προγράμματος αποτελεί η γεωλογική και γεωμορφολογική έρευνα του γεωλόγου Μάρκου Βαξεβανόπουλου, υποψήφιου διδάκτορα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ένα από τα ερευνητικά του ερωτήματα αποτελεί η προέλευση των δομικών υλικών του κτιρίου που ο ανασκαφέας είχε ερμηνεύσει ως μυκηναϊκό «ανάκτορο» στην “Τάφρο ΙΙΙ”. Τα πρώτα αποτελέσματα τοποθετούν την πηγή των λίθινων στοιχείων σε παρακείμενο στα δυτικά χείμαρρο, ο οποίος βρισκόταν κατά τους μυκηναϊκούς χρόνους σε άμεση γειτνίαση μερικών μέτρων με την ακτή. Επίσης γίνονται επιφανειακές έρευνες για τον εντοπισμό χαλκούχου μεταλλοφορίας με ενδείξεις πιθανής συνάφειας με τα χάλκινα αντικείμενα των ανασκαφών Θεοχάρη. Ο ίδιος συνεργάτης σε συνεργασία με το λέκτορα του τμήματος Γεωλογίας του Α.Π.Θ. Αλέξη Χατζηπέτρο ασχολήθηκαν με την ενδεχόμενη επίδραση σεισμικών γεγονότων πάνω στις τοιχοδομές του μυκηναϊκού κτιριακού συγκροτήματος. Τα πρώτα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του κτιρίου, έχουν επηρεαστεί από αρκετές τεκτονικές διεργασίες, με βασική διεύθυνση της κίνησης σε άξονα Β-Ν. Ο γεωλόγος Μάρκος Βαξεβανόπουλος σε συνεργασία με τη γεωφυσικό του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Ελίνα Αηδονά και τη γεωμορφολόγο Σοφία Πεχλιβανίδου πραγματοποίησαν μετρήσεις της μαγνητικής επιδεκτικότητας των επιμέρους στρωμάτων του κτηρίου, προκειμένου να συσχετιστούν στρωματογραφικά και χρονολογικά.

Επίσης, εξετάστηκαν φυτολιθικά σύνολα από τα ασβεστιτικά δάπεδα του φερόμενου ως «ανακτόρου», από την αρχαιολόγο Γεωργία Τσαρτσίδου και αναλύθηκαν στο Εργαστήριο Wiener της Αμερικάνικης Σχολής Κλασικών Σπουδών. Οι φυτόλιθοι, μικροσκοπικές μορφές από οπάλιο που σχηματίζονται στα κύτταρα των φυτών αποτελούν πολλές φορές τη μόνη διαθέσιμη ή/και συλλέξιμη αρχαιοβοτανολογική ένδειξη, καθώς διασώζονται και σε στρώματα που δεν έχουν υποστεί καύση. Τα ευρήματα των φυτολίθων υποδηλώνουν αγροτικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες των χρηστών. Η παρουσία κοπριάς στα στρώματα του ευρύτερου χώρου της “Τάφρου ΙΙΙ” αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα των κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων που ασκούνταν εκεί και μας παρέχει πληροφορίες για τις κτηνοτροφικές πρακτικές που ακολουθούνταν και τα είδη των ζώων που εκτρέφονταν στον οικισμό.

 

Οι πινακίδες

Κατά την προκαταρκτική καταλογογράφηση των 1.240 σάκων κεραμεικής των ετών 1956-1961 εντοπίστηκαν 2 θραύσματα πήλινων πινακίδων Γραμμικής Β΄ γραφής. Αμφότερα τα θραύσματα βρέθηκαν σε δύο διαφορετικά κιβώτια. Δεν υπάρχει τρόπος να διαπιστωθεί από ποιά τομή ακριβώς προέρχονται οι πινακίδες, ούτε καν αν ήταν συνευρήματα.

Η πρώτη παρουσίαση των πινακίδων έγινε το Σεπτέμβριο του 2010 στο Παρίσι, κατά το 13ο Διεθνές Μυκηνολογικό Συνέδριο, σε κοινό ειδικών της μυκηναϊκής επιγραφικής και παλαιογραφίας, και η δημοσίευσή τους στα πρακτικά του συνεδρίου πρόκειται να γίνει μέσα στο 2012.

Εικ. 7. Πινακίδα Γραμμικής Β΄ από το Κάστρο-Παλαιά Βόλου.

Το πρώτο θραύσμα προέρχεται από μία φυλλόσχημη πινακίδα και είναι σε εξαιρετική κατάσταση διατήρησης, ενώ το κείμενο διατάσσεται σε 4 γραμμές (Εικ. 7). Βασιζόμενοι στις αποσπασματικές λέξεις της πινακίδας το κείμενο φαίνεται πως αναφέρεται σε μικρούς άξονες (προτείνουμε ότι μαρτυρείται η λέξη “αξόνια”, δηλ. “μικροί άξονες”), έναν ή περισσότερους/ περισσότερες κατασκευαστές/ κατασκευάστριες κεφαλόδεσμων (σε πινακίδα από το αρχείο της Πύλου οι “κεφαλόδεσμοι” που καταγράφονται προορίζονται για άλογα) και ακολουθείται από ουσιαστικά ή επίθετα. Επιπρόσθετα, οι λέξεις, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επιφέρουν συνειρμούς παρουσίας και επενέργειας του θηλυκού στοιχείου. Το δεύτερο θραύσμα ανήκει επίσης, κατά πάσα πιθανότητα, σε μία φυλλόσχημη πινακίδα, αλλά είναι σε κακή κατάσταση διατήρησης, απανθρακωμένο και διαβρωμένο, και δεν σώζει εγχάρακτα σημεία σε καμία από τις πλευρές του.

Οι πινακίδες αυτές συνιστούν ένα εξαιρετικά σημαντικό εύρημα, όχι μόνο όσον αφορά στις γνώσεις μας για τη Γραμμική Β΄ και για τις μυκηναϊκές διοικητικές πρακτικές, αλλά και για τη μυκηναϊκή περίοδο στην περιοχή της Θεσσαλίας. Τα δύο αυτά θραύσματα πινακίδων συμφωνούν με μία μορφή πινακίδας γνωστή από όλα τα άλλα αρχεία Γραμμικής Β΄, τα εγχάρακτα σημεία που μαρτυρώνται συμφωνούν με σημεία και παραλλαγές τους γνωστά από άλλες θέσεις επιβεβαιώνοντας έτσι την κοινή της Γραμμικής Β΄ γραφής. Επιπλέον, το λεξιλόγιο που μαρτυρείται ανήκει, όπως αναμενόταν, στην ελληνική γλώσσα. Είναι λοιπόν σαφές ότι τα ευρήματα του Βόλου συνεχίζουν να πιστοποιούν την ενότητα των αρχείων της Γραμμικής Β΄ απ’άκρη σ’άκρη του μυκηναϊκού κόσμου: με αυτό το σκεπτικό, δεν μπορούμε πια να αρνηθούμε την ύπαρξη μίας και μοναδικής “σχολής γραφέων” της Γραμμικής Β΄ γραφής, στην οποία όλοι οι γραφείς-διοικητικοί υπάλληλοι μάθαιναν να γράφουν και να διαβάζουν.

Τα δεδομένα των πινακίδων Γραμμικής Β΄ από τα ως τώρα γνωστά αρχεία ή αποθέτες πινακίδων Γραμμικής Β΄ γραφής μας λένε ότι αυτού του είδους τα διοικητικά έγγραφα δεν μεταφέρονταν, αλλά κατασκευάζονταν και αποθηκεύονταν επιτόπου. Επιπλέον, έστω και αυτά τα δύο μικρά θραύσματα πινακίδων, είναι υπερ-αρκετά για να βεβαιώσουν την ύπαρξη διοικητικού αρχείου, γιατί, στο μέτρο των γνώσεών μας, οι πινακίδες αποτελούσαν πάντα τμήματα ενός αρχείου. Το διοικητικό αρχείο παραπέμπει σε μία ενεργή, εγγράμματη διοικητική αρχή εντός του πλαισίου του συγκεκριμένου οικισμού. Πόσο μακρυά εκτεινόταν η εξουσία της συγκεκριμένης διοικητικής αρχής, δηλ. αν μιλάμε για την περιοχή του κόλπου του Βόλου, για την Ανατολική Θεσσαλία ή για όλη τη Θεσσαλία, αυτό είναι κάτι που μένει να διαπιστωθεί στο μέλλον.

Είναι γνωστό ότι η μυκηναϊκή περίοδος στη Θεσσαλία ήταν περίοδος ευημερίας, γεγονός το οποίο πιστοποιείται από την πυκνότητα της κατοίκησης και το υψηλό επίπεδο του υλικού πολιτισμού. Παρόλα αυτά, η Θεσσαλία εντάσσεται από ορισμένους ερευνητές ανάμεσα στις περιοχές που προσδιορίζονται ως “περιφέρεια” του μυκηναϊκού κόσμου, χαρακτηρισμός που δεν είναι απλά γεωγραφικός, αλλά υποκρύπτει αξιολογική χροιά. Η γραφή όμως, η γνώση και χρήση της οποίας μας ήταν ήδη γνωστή από τις μη-αρχειακές, με την αυστηρή έννοια του όρου, επιγραφές που έχουν βρεθεί στο γειτονικό Διμήνι, βεβαιώνεται τώρα ότι χρησιμοποιήθηκε από μία γραφειοκρατική, διοικητική αρχή. Δεν υπάρχει κάποιος λόγος, λοιπόν, για να προτείνει κανείς διαφοροποίηση μεταξύ της Θεσσαλίας και του υπόλοιπου μυκηναϊκού κόσμου όσον αφορά στις διοικητικές δομές και, ως εκ τούτου, στην πολιτική οργάνωση.

Τέλος, οφείλει να γίνει μία σύντομη μνεία στη διεξαγωγή της ατέρμονης συζήτησης περί της χωροθέτησης της μυκηναϊκής Ιωλκού με όρους αρχαιολογικών ευρημάτων. Τα σχετικά ευρήματα από την περιοχή του κόλπου του Βόλου, όπου έχουν εντοπιστεί τουλάχιστον τρεις κοντινοί οικισμοί («Κάστρο-Παλαιά», Διμήνι και Πευκάκια), σε 2 από τους οποίους πιστοποιείται και η ύπαρξη θολωτών τάφων, δεν επιτρέπουν πρόχειρες ερμηνείες. Η ευρύτερη περιοχή χαρακτηρίζεται από έντονες γεωμορφολογικές αλλαγές που οφείλονται στη δράση της τεκτονικής, καθώς και στην προσφορά σε φερτό υλικό των χειμάρρων. Απόρροια αυτού, οι εκτεταμένες μετατοπίσεις της ακτογραμμής του μυχού του Παγασητικού μέσα στο Ολόκαινο και ειδικά στα τελευταία 8000 χρόνια, που δεν μας επιτρέπουν εύκολα να διαπιστώσουμε τη σχέση του κάθε μυκηναϊκού οικισμού με τη θάλασσα και τους δρόμους του εμπορίου, με την ενδοχώρα της Θεσσαλίας και τις απέραντες καλλιεργήσιμες εκτάσεις της, αλλά και τη σχέση μεταξύ τους. Ευελπιστούμε πως η μελέτη των αρχιτεκτονικών και λοιπών υλικών καταλοίπων και του οικισμού του Κάστρου-Παλαιών, σε συνδυασμό με μία ενδελεχή γεωμορφολογική έρευνα, θα επιτρέψει μια πιο ολοκληρωμένη συζήτηση με βάση πραγματικά αρχαιολογικά δεδομένα.

 

Συμπεράσματα

Ο λόφος των Παλαιών με ύψος 11,50 μ., έκταση 12 στρεμμάτων και νεκροταφεία, στα βόρεια και δυτικά, σε έκταση τουλάχιστον 50 στρεμμάτων, αποτελεί επί του παρόντος το μοναδικό μυκηναϊκό οικισμό στη Θεσσαλία, του οποίου έχουν ερευνηθεί τα εκτεταμένα νεκροταφεία. Αναδεικνύεται, λοιπόν, ως ένα σημαντικό διοικητικό κέντρο, στοιχείο που προσθέτει στη μοναδικότητά του, ως η μόνη θέση στον κόλπο του Βόλου που ήταν αδιάλειπτα κατοικημένη από τα μέσα της 3ης χιλ. π.Χ.

 

Συγγραφείς:

Ευαγγελία Σκαφιδά (ΥΠΠΟΤ, ΙΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων Βόλου), Διευθύντρια του διεπιστημονικού Προγράμματος

Jean-Pierre Olivier (Επίτιμος Διευθυντής Ερευνών F.N.R.S. Βελγίου), με ειδίκευση στην προϊστορική Επιγραφική

Άρτεμις Καρναβά (ΥΠΠΟΤ, Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας & Σπηλαιολογίας Νοτίου Ελλάδος), Υποδιευθύντρια του διεπιστημονικού Προγράμματος, με ειδίκευση στην προϊστορική Επιγραφική

  • Fig. 8. Sections I-III during the excavations of D. R. Theocharis (end of...

  • Fig. 9. Section I. Unpainted kylikes (Phot. D. R. Theocharis)

  • Fig. 10. Mycenaean sherd decorated with human figures.

  • Fig. 11. Sherd from a crater from the Argolid, with a depiction of an archer.

  • Fig. 12. Matrix for copper objects.

  • Fig. 13. Crucible found during the preliminary examination of the pottery from...

  • Fig. 14. Part from a Canaanite amphora.

  • Fig. 15. Sherds decorated with ships.


Comments

Ν.Β. Please write your comments in English or Greek (always in Greek characters). Please avoid using capital letters. Aegeus reserves the right to delete off-topic, inflammatory, or anonymous comments.