ΣΥΝΘΕΤΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ +

Αιγεύς Εταιρεία Αιγαιακής Προϊστορίας

ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ & ΕΡΕΥΝΑ

11 ΦΕΒΡΟΥΑΡIΟΥ 2012

Τοπογραφία, αρχιτεκτονική και ιστορικο-κοινωνική δομή στην ανατολική Κρήτη, κατά την Εποχή του Χαλκού

Γιώργος Βαβουρανάκης

Η παρούσα ιστοσελίδα παρουσιάζει τα αποτελέσματα ενός ερευνητικού προγράμματος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το πρόγραμμα έλαβε χώρα κατά τα έτη 2003-2005 και είχε ως αντικείμενο έρευνας την ιστορική και κοινωνική σημασία της σχέσης μεταξύ μνημείων και τοπίου στην Κρήτη κατά την Εποχή του Χαλκού. Υποστηρίχθηκε ότι το τοπίο ήταν ταυτόχρονα το μέσο και το αποτέλεσμα της ανθρώπινης δράσης. Ιδιαίτερο ρόλο σε αυτήν την διαλεκτική σχέση έπαιζε η αρχιτεκτονική μνημειακότητα, η οποία τόνιζε επιλεκτικά διαφορετικές πλευρές του τοπίου σε κάθε ιστορική περίοδο. Με βάση αυτό το θεωρητικό πλαίσιο εξετάσθηκαν παραδείγματα αρχαιολογικών θέσεων και συγκεκριμένα τα προϊστορικά νεκροταφεία των Γουρνιών και του Μόχλου, καθώς και το ιερό κορυφής στον Πετσοφά. Η ανάλυση των παραδειγμάτων ωφελήθηκε από ψηφιακές φωτορεαλιστικές αποκαταστάσεις.

 

Η μέχρι τώρα έρευνα

Υπάρχουν άφθονα τεκμήρια τα οποία στηρίζουν την άποψη ότι οι κάτοικοι της Κρήτης κατά την Εποχή του Χαλκού νοηματοδοτούσαν τους τόπους όπου ζούσαν. Οι τόποι έτσι καθίσταντο κοινωνικές κατασκευές, οι οποίες είχαν ενεργό ρόλο στην αναπαραγωγή του κοινωνικού ιστού. Η νοηματοδότηση αυτή φαίνεται πως συμπεριλάμβανε και το φυσικό περιβάλλον, αφού το τελευταίο κάνει έντονη την παρουσία του στη μινωική τέχνη. Π.χ. ο καμαραϊκός, ο φυτικός και ο θαλάσσιος κεραμεικός ρυθμός, αλλά και πολλές τοιχογραφίες και σφραγιδόλιθοι εικονίζουν στοιχεία από το φυσικό κόσμο, είτε μεμονωμένα είτε οργανωμένα σε τοπιογραφικές συνθέσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση των παραπάνω απεικονίσεων με την ανακτορική εξουσία. Οι τοιχογραφίες βρίσκονται κατεξοχήν σε ανάκτορα και επαύλεις. Η διακοσμημένη κεραμική είναι υψηλής ποιότητας, σχεδόν αποκλειστικά στη διάθεση προσώπων και ομάδων υψηλής κοινωνικής θέσης. Τέλος, οι σφραγίδες είναι αντικείμενα που δηλώνουν κοινωνικό κύρος. Επομένως, υπάρχει μία ξεκάθαρη σύνδεση ανάμεσα στην εικονογραφία του τοπίου και στην κοινωνική ισχύ και εξουσία στην Κρήτη.

Αυτή η σύνδεση πιθανότατα περνούσε και μέσα από το φίλτρο της θρησκείας, καθώς ο φυσικός κόσμος θεωρείται ότι κατείχε πάντοτε σημαντική θέση στις μινωικές μεταφυσικές αντιλήψεις. Θέματα όπως ο ταύρος, η θεά των όφεων και το δένδρο θεωρούνται ισχυρά θρησκευτικά σύμβολα. Η θρησκεία ήταν συνυφασμένη και με την πολιτική εξουσία. Τα «ανάκτορα» επιδεικνύουν ένα ισχυρό θρησκευτικό συστατικό στοιχείο μέσα από τους ιερούς τους χώρους. Επιπλέον ενδείξεις για τη συνύφανση θρησκευτικής πρακτικής και πολιτικο-κοινωνικής δομής προέρχονται από τα ιερά κορυφής. Κατά τη Μεσομινωική περίοδο αυτοί οι χώροι χρησιμοποιήθηκαν για την επιτέλεση τελετουργικών δρωμένων με ευρεία λαϊκή συμμετοχή, ενώ κατά την Υστερομινωική Ι περίοδο ο αριθμός τους μειώθηκε. Όσα παρέμειναν σε λειτουργία φαίνεται ότι πέρασαν στη σφαίρα επιρροής των ανακτορικών ηγετικών ομάδων.

Επομένως φαίνεται ότι υπήρχε μία σύνθετη και ταυτόχρονα σημαντική σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και το περιβάλλον του στην Κρήτη κατά την Εποχή του Χαλκού. Το φυσικό περιβάλλον ήταν κάτι παραπάνω από ένα υπόβαθρο της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η ανθρώπινη δράση το καθιστούσε ένα νοηματοδοτημένο τοπίο, δηλαδή φορέα των συλλογικών αξιών που καθόριαν την κοινωνική δράση. Το τοπίο επομένως ήταν ένα ενεργό συστατικό στοιχείο της μινωικής κοινωνίας. Επάνω σε αυτήν την σύνθετη σχέση τοπίου και κοινωνίας εστιάζει η παρούσα έρευνα.

 

Σκοποί και μέθοδος

Τα ιστορικά και κοινωνικά παρεπόμενα της σχέσης ανάμεσα σε μνημεία, τοπίο και την κοινωνία της Εποχής του Χαλκού στην Κρήτη εξετάζονται με ιδιαίτερη έμφαση σε ένα σχήμα αλλαγών που παρατηρείται στο αρχαιολογικό υλικό. Συγκεκριμένα, κατά την Προανακτορική περίοδο οι τάφοι ήταν σχετικά μνημειακοί. Χτίζονταν επάνω στην επιφάνεια του εδάφους είτε σε σχήμα πέτρινου θόλου, είτε, συνήθως, με τη μορφή συγκροτημάτων δωματίων ορθογώνιας κάτοψης, ενώ τοποθετούνταν σε υψώματα και γενικά θέσεις ορατές μέσα στο τοπίο. Οι οικισμοί αντίθετα είχαν περιορισμένη έκταση. Το σχήμα αυτό άλλαξε στη Μέση Εποχή του Χαλκού και ανατράπηκε εντελώς στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, και συγκεκριμένα κατά τη Νεοανακτορική περίοδο. Τότε οι νεκροί τοποθετούνταν συνήθως είτε σε αβαθείς λάκκους χωρίς σήμανση είτε σε παλαιούς τάφους, οι οποίοι είτε συνέχισαν να χρησιμοποιούνται είτε είχαν εγκαταλειφθεί και επαναχρησιμοποιήθηκαν. Από την άλλη πλευρά, ο κόσμος των ζωντανών απέκτησε εξέχουσα θέση στο τοπίο, με την ανοικοδόμηση των ανακτόρων, την εμφάνιση των επαύλεων και την ανάπτυξη πόλεων.

Το παραπάνω ιστορικό – εξελικτικό σχήμα υποδηλώνει ότι είναι δυνατόν να κατανοήσει κανείς τις ιστορικές και κοινωνικές αλλαγές στην Κρήτη συσχετίζοντας αλλαγές στην τοπογραφία και την αρχιτεκτονική. Βλέπουμε δηλαδή μία μεταμόρφωση από το τοπίο των ταφών και των νεκρών προγόνων στο τοπίο της καθημερινής δράσης των ζωντανών. Αυτή η μεταμόρφωση συνάδει με την άποψη ότι ότι η αρχιτεκτονική διαμορφώνει το χώρο σε τόπο, εφόσον προμηθεύει τις κατάλληλες υλικές ενδείξεις οι οποίες υπαγορεύουν, μολονότι δεν δεν καθορίζουν, την ενδεδειγμένη συμπεριφορά σε κάθε τόπο. Υπό αυτήν την έννοια, η αρχιτεκτονική συμμετέχει στη διαλεκτική σχέση ανθρώπινης δράσης και τόπου, αφού ταυτόχρονα διαμορφώνει και διαμορφώνεται και από τα δύο μέλη αυτής της σχέσης. Μέσα σε μία τέτοια δυναμική διαδικασία η αρχιτεκτονική τονίζει επιλεκτικά πλευρές της ανθρώπινης δράσης, εφόσον είναι αδύνατον να χωρέσουν όλες οι πλευρές της ανθρώπινης δράσης μέσα στον εκάστοτε δομημένο τόπο. Επομένως, η αρχιτεκτονική διαμορφώνει το τοπίο εφόσον επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το τοπίο βιώνεται και νοηματοδοτείται. Η αρχιτεκτονική εν τέλει είναι ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετείται το κοινωνικό υποκείμενο αντιλαμβάνεται τη θέση του και τον τρόπο δράσης του.

Η διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στο τοπίο, την αρχιτεκτονική, και την κοινωνική δομή περιστρέφεται γύρω από συγκεκριμένα μεθοδολογικά και πρακτικά ερωτήματα. Ποια είναι η θέση των μνημείων όσον αφορά την τοπογραφία του εδάφους και την ορατότητα; Βρίσκονται κοντά σε δρόμους, λιμάνια ή άλλους τόπους με κίνηση ανθρώπων; Τα αρχιτεκτονήματα εντάσσονται ομαλά στο φυσικό περιβάλλον ή ξεχωρίζουν έντονα από αυτό;Τι δείχνει η σύγκριση μνημειακότητας μεταξύ τάφων και άλλου είδους κτισμάτων σε κάθε χρονική περίοδο; Πόσο συχνά μπορεί να υποτεθεί ότι οι άνθρωποι επισκέπτονταν τους τάφους και για ποιους λόγους;

Το ερευνητικό πρόγραμμα διερεύνησε συγκεκριμένα παραδείγματα με βάση τα παραπάνω ερωτήματα. Τα παραδείγματα είναι το νεκροταφείο του Μόχλου, το Βόρειο Νεκροταφείο των Γουρνιών και το ιερό κορυφής του Πετσοφά. Η επιλογή δεν υπήρξε τυχαία. Και τα τρία παραδείγματα σχετίζονται άμεσα με τελετουργική δραστηριότητα, στο πλαίσιο της οποίας συνήθως ανασκευάζονται κοσμοθεωρήσεις, νοοτροπίες και κοινωνικοί δεσμοί, με αποτέλεσμα την ενεργή ένταξη και λειτουργία του τοπίου στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Επιπλέον, οι επιλεγμένες θέσεις καλύπτουν σχεδόν ολόκληρη την Εποχή του Χαλκού, ιδίως το διάστημα πριν και κατά τη περίοδο των μινωικών ανακτόρων (3000-1450 π.Χ. περίπου). Τέλος, υπάρχει επάρκεια πληροφοριών για τα εν λόγω μνημεία μέσα από τις τελικές δημοσιεύσεις των θέσεων αλλά και επιπλέον μελέτες.

 

Γουρνιά

Εικ. 1. Χάρτης των Γουρνιών.
Εικ. 1. Χάρτης των Γουρνιών.

Τα Γουρνιά βρίσκονται σχεδόν στη βάση του κόλπου του Μιραμπέλλο, ακριβώς δυτικά της πλέον επίπεδης και εύφορης περιοχής της Κρήτης, του λεγόμενου Ισθμού της Ιεράπετρας (Εικόνα 1). Η περιοχή των Γουρνιών είναι πεδινή, χωρίς περιορισμούς από βουνά, με εξαίρεση τη νότια πλευρά της. Τα ανατολικά και δυτικά της όρια αποτελούνται από χαμηλά σχετικά υψώματα, μεταξύ των οποίων απλώνεται μία πλούσια περιοχή σε αρχαιολογικά κατάλοιπα, αφού ο κυρίως οικισμός έζησε καθ’ όλη τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού, ενώ κατά την Υστερομινωική Ι περίοδο χτίστηκε και «ανάκτορο». Στο πλαίσιο του παρόντος προγράμματος επιλέχθηκε για μελέτη μόνο το Βόρειο Νεκροταφείο. Βρίσκεται στις πλαγιές μίας φυσικής προεξοχής προς το βορρά και αποτελείται από οχτώ τάφους, από τους οποίους μόνο τέσσερις είναι ορατοί σήμερα (Εικόνα 2).

 

Εικ. 2. Φωτογραφία της περιοχής των Γουρνιών. Στο κέντρο ο λόφος του οικισμού. Το νεκροταφείο σε κύκλο. Άποψη από Βόρεια.
Εικ. 2. Φωτογραφία της περιοχής των Γουρνιών. Στο κέντρο ο λόφος του οικισμού. Το νεκροταφείο σε κύκλο. Άποψη από βόρεια.

 

Ο τάφος ΙΙΙ είναι ο πρωιμότερος, δηλαδή Πρωτομινωικός ΙΙ. Αποτελείται από τέσσερα διαμερίσματα χτισμένα στη σειρά στην όψη ενός προεξέχοντος βράχου. Ο τάφος ΙΙΙ έχει θεωρηθεί δείγμα «οργανικής» αρχιτεκτονικής. Ο όρος αυτός περιγράφει κτίσματα που εντάσσονται ομαλά στο φυσικό τους περίγυρο, επειδή χρησιμοποιούν το φυσικό βράχο ως υπόβαθρο αντί για πίσω τοίχο. Ωστόσο, η τελική εντύπωση του τάφου ΙΙΙ εξαρτάται από τον τρόπο αποκατάστασης της πρόσοψής του, η οποία δεν έχει σωθεί. Υπάρχουν δύο πιθανές αποκαταστάσεις της πρόσοψης.

 

Εικ. 3. Τάφος III, Βόρειο Νεκροταφείο Γουρνιών. Εικ. 4. Τάφος III, Βόρειο Νεκροταφείο Γουρνιών.
Εικ. 3. Τάφος ΙΙΙ, Βόρειο Νεκροταφείο Γουρνιών. «Οργανική» αναπαράσταση με τέσσερις εισόδους και επίπεδη στέγη. Εικ. 4. Τάφος ΙΙΙ, Βόρειο Νεκροταφείο Γουρνιών. «Οργανική» αναπαράστασημε τέσσερις εισόδους και βαθμιδωτή στέγη.

 

Στην πρώτη από τις δύο, το κάθε δωμάτιο είχε τη δική του είσοδο, και το όλο κτίσμα έδινε ανάλαφρη εντύπωση (Εικόνα 3). Αν μάλιστα τα διαμερίσματα είχαν προστεθεί διαδοχικά, εξού και η κλιμακωτή στέγαση, τότε η εντύπωση θα ήταν ακόμα πιο ανάλαφρη (Εικόνα 4). Σε αυτήν την περίπτωση, όπως και στο Μόχλο, ο τάφος ΙΙΙ θα εντασσόταν αρμονικά στο φυσικό του περιβάλλον. Με αυτόν τον τρόπο θα ήταν ευκολότερη και η μεταφορική ενσωμάτωση των νεκρών στο τοπίο, το οποίο, έτσι, θα αντιπροσώπευε αξίες όπως η συγγένεια, η καταγωγή, η παράδοση και άρα η ιστορία και η τοπική ταυτότητα. Μέσα από το φίλτρο αυτού του φορτισμένου τοπίου, η ταφική τελετουργία θα διευκόλυνε τη (δια-) πραγμάτευση των ρόλων και των πόρων που είχαν αφήσει οι νεκροί. Επομένως θα αποτελούσε χώρο επανεξέτασης της κοινωνικής πραγματικότητας της εποχής.

Στη δεύτερη αναπαράσταση (Εικόνα 5), ο τάφος ΙΙΙ είχε μόνο μία, κεντρική είσοδο. Εδώ ο φυσικός βράχος δεν είναι τόσο εμφανής όσο προηγουμένως. Ο τάφος ΙΙΙ είναι μάλλον ένα διακριτό ανθρώπινο κατασκεύασμα, παρά μία ανθρωπογενής προέκταση του φυσικού βράχου. Αυτή η αρχιτεκτονική μορφή ουσιαστικά προϊδεάζει για τη διαμόρφωση μίας διαφορετικής νοοτροπίας απέναντι στο τοπίο κατά τους μεσομινωικούς χρόνους, όπου φυσικά στοιχεία και ανθρώπινα κτίσματα αποτελούν διακριτά στοιχεία του συνολικού τοπίου.

 

Εικ. 5. Τάφος III, Βόρειο Νεκροταφείο Γουρνιών. Aναπαράσταση με μία είσοδο. Εικ. 6. Τάφοι I και II, Βόρειο Νεκροταφείο Γουρνιών. Αναπαράσταση με παράθυρα.
Εικ. 5. Τάφος ΙΙΙ, Βόρειο Νεκροταφείο Γουρνιών. Αναπαράσταση με μία είσοδο. Εικ. 6. Τάφοι Ι και ΙΙ, Βόρειο Νεκροταφείο Γουρνιών. Αναπαράσταση με παράθυρα.

 

Αυτή η νοοτροπία αντικατοπτρίζεται ξεκάθαρα στους Πρωτομινωικούς ΙΙΙ – Μεσομινωικούς Ι τάφους Ι και ΙΙ, οι οποίοι θεωρούνται ότι μιμούνται την οικιστική αρχιτεκτονική (Εικόνα 6), εξού και έχουν χαρακτηρισθεί «οικιόμορφοι» τάφοι. Ένας βαθμιδωτός βωμός και ένας κέρνος έξω από τον τάφο Ι δημιουργούσαν μία εστία τελετουργικής δραστηριότητας στον ανοικτό χώρο μεταξύ των δύο τάφων. Ο χαρακτηρισμός «οικιόμορφοι» έχει επιτρέψει τη διατύπωση της υπόθεσης ότι ο κόσμος των νεκρών ήταν ένα αντίγραφο του κόσμου των ζωντανών, εφόσον ο πρώτος δανείζεται αρχιτεκτονικές μορφές από το δεύτερο. Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, έχει υποστηριχθεί ότι υπήρχαν δύο διακριτές σφαίρες ύπαρξης και δράσης: μία για τους ζωντανούς και ένα αντίγραφό της για τους νεκρούς. Επομένως οι όποιες διαφορές στον πλούτο της κτέρισης των νεκρών θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως ένας καθρέφτης κοινωνικής διαφοροποίησης στον κόσμο της καθημερινής ζωής.

 

Εικ. 7. Τάφοι I και II, Βόρειο Νεκροταφείο Γουρνιών. Αναπαράσταση με είσοδο αλλά χωρίς παράθυρα. Εικ. 8. Τάφοι I και II, Βόρειο Νεκροταφείο Γουρνιών. Αναπαράσταση χωρίς παράθυρα ή είσοδο.
Εικ. 7. Τάφοι Ι και ΙΙ, Βόρειο Νεκροταφείο Γουρνιών. Αναπαράσταση με είσοδο αλλά χωρίς παράθυρα. Εικ. 8. Τάφοι Ι και ΙΙ, Βόρειο Νεκροταφείο Γουρνιών. Αναπαράσταση χωρίς είσοδο ή παράθυρα.

 

Υπάρχουν όμως και εναλλακτικοί τρόποι αποκατάστασης των τάφων Ι και ΙΙ, είτε χωρίς καθόλου ανοίγματα (Εικόνες 7 και 8), είτε με ένα μικρό άνοιγμα (Εικόνα 9). Η απουσία ανοιγμάτων θα απέτρεπε τη διάχυση δυσάρεστων οσμών αποσύνθεσης στον ανοικτό χώρο. Επιπλέον, η αποκατάσταση με το μικρό παράθυρο βρίσκει παράλληλο στο θολωτό τάφο Γ στο νεκροταφείο των Αρχανών. Αν οι τάφοι Ι και ΙΙ δεν ήσαν αντίγραφα σπιτιών, παρά τα όποια μεμονωμένα στοιχεία τους που μπορεί να θυμίζουν οικιστική αρχιτεκτονική, τότε η εικόνα για τον κοινωνικό ιστό στα Γουρνιά αλλάζει. Αντί για την ιδέα του στατικού αντικατοπτρισμού της κοινωνικής διάρθρωσης στον κόσμο των νεκρών, την κεντρική θέση καταλαμβάνει η έννοια του δυναμικού και νοηματοδοτημένου τοπίου. Σε αυτό το τοπίο η αρχιτεκτονική δεν θα εντασσόταν αρμονικά στο φυσικό περιβάλλον. Αντίθετα, θα δήλωνε την παρουσία της ξεκάθαρα και εμφατικά, αναδεικνύοντας την ανθρώπινη δράση. Το τοπίο δεν θα ενσωμάτωνε τους νεκρούς στο τοπίο και επομένως το τελευταίο δεν θα αποτελούσε σύμβολο αξιών όπως καταγωγή ή τοπική ταυτότητα.

 

Εικ. 9. Τάφοι I και II, Βόρειο Νεκροταφείο Γουρνιών. Αναπαράσταση με μικρό παράθυρο.
Εικ. 9. Τάφοι Ι και ΙΙ, Βόρειο Νεκροταφείο Γουρνιών. Αναπαράσταση με μικρό παράθυρο.

 

Συμπερασματικά, διαφορετικοί τάφοι στο Βόρειο Νεκροταφείο δείχνουν διαφορετικές νοηματοδοτήσεις του ίδιου τόπου σε διαφορετικές περιόδους. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτές οι αλλαγές νοηματοδότησης περιστρέφονται γύρω από μία κεντρική τοποθεσία της παράκτιας λεκάνης των Γουρνιών, δηλαδή ένα σταυροδρόμι μονοπατιών από το λιμάνι στον οικισμό και από τον Ισθμό της Ιεράπετρας πάλι στον οικισμό. Η κεντρική θέση του νεκροταφείου υπογραμμίζει τη δύναμη της εικόνας του τοπίου που παρήγαγαν οι τάφοι, ιδιαίτερα αν αυτή η εικόνα χρησίμευε ως σύμβολο του ενδεδειγμένου τρόπου λειτουργίας της κοινωνίας.

 

Μόχλος

Η περιοχή του Μόχλου βρίσκεται 18 χλμ. δυτικά της σύγχρονης Σητείας (Εικόνα 10). Είναι μία πεδινή, παράκτια λεκάνη περιτριγυρισμένη από εύφορους λόφους και λιγότερο εύφορα βουνά. Επίσης υπάρχει και μία νησίδα ακριβώς μπροστά από την κύρια ακτή (Εικόνα 11). Ακτή και νησίδα ήταν μάλλον ενωμένες κατά την αρχαιότητα μέσω μίας στενής λωρίδας γης. Η περιοχή του Μόχλου είναι ιδιαίτερα πλούσια σε αρχαιολογικά κατάλοιπα, ειδικά όσον αφορά την Εποχή του Χαλκού. Ο κύριος οικισμός στη νότια ακτή της νησίδας κατοικήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού. Ένα συγκρότημα εργαστηριακής δραστηριότητας και μία αγροικία βρίσκονται νότια και νοτιοανατολικά της νησίδας αντίστοιχα. Για το παρόν πρόγραμμα επιλέχτηκε το Πρωτομινωικό ΙΙ – Μεσομινωικό Ι νεκροταφείο ως παράδειγμα προς εξέταση. Το νεκροταφείο βρίσκεται στη δυτική πλευρά της νησίδας και αποτελείται από πάνω από τριάντα τάφους. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν χτιστεί με ντόπιο σχιστόλιθο. Συνήθως έχουν ένα ή δύο διαμερίσματα.

 

Εικ. 10. Η περιοχή του Μόχλου από νοτιοανατολικά.
Εικ. 10. Η περιοχή του Μόχλου από νοτιοανατολικά.

 

Υπάρχουν δύο εξαιρέσεις στον παραπάνω κανόνα. Αυτές είναι τα ταφικά συγκροτήματα I/II/III (Εικόνα 12) και IV/V/VI (Εικόνα 13), τα οποία αποτελούνται από τρία διαμερίσματα το καθένα. Επιπλέον, αυτά τα συγκροτήματα θεωρούνται στο σύνολό τους ιδιαίτερα. Και τα δύο είναι χτισμένα στο λεγόμενο Δυτικό Πλάτωμα και φαίνεται ότι συγκροτούν μία ξεχωριστή ομάδα τάφων, τοποθετημένη πέρα από το υπόλοιπο νεκροταφείο. Το κύριο υλικό δομής και για τους δύο τάφους είναι οι ντόπιες, μεγάλες, σχιστολιθικές πλάκες. Αυτές δημιουργούν ένα πολύχρωμο αποτέλεσμα και έτσι ενισχύουν την εκλεπτυσμένη εντύπωση που δημιουργούν οι τάφοι. Ο χώρος ανάμεσα στους δύο τάφους, και πιο συγκεκριμένα μπροστά από το συγκρότημα IV/V/VI, είχε επιστρωθεί με τις ίδιου τύπου σχιστολιθικές πλάκες. Λειτουργούσε ως χώρος συγκέντρωσης και περιλάμβανε ένα βαθμιδωτό βωμό ακριβώς έξω από τη νοτιοανατολική γωνία του τάφου IV/V/VI.

 

Εικ. 11. Πανοραμική άποψη του Μόχλου από νότια.
Εικ. 11. Πανοραμική άποψη του Μόχλου από νότια.

 

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά δημιουργούν ένα ιδιαίτερα μνημειακό και εκλεπτυσμένο συγκρότημα, το οποίο παρόλα αυτά είναι χτισμένο με ντόπιες σχιστολιθικές πλάκες και χρησιμοποιεί το φυσικό βράχο ως υπόβαθρο των κτηρίων. Έτσι, τα τμήματα που έχουν χτιστεί από τον άνθρωπο φαίνονται σαν προεκτάσεις των φυσικών εσοχών και δε διαφοροποιούνται από τον υπόλοιπο τόπο. Αυτός ο σεβασμός προς την φυσική τοπογραφία έχει περιγραφεί με τον όρο «οργανική αρχιτεκτονική» και είναι κριτικής σημασίας για την κατανόηση του κοινωνικού ρόλου της αρχιτεκτονικής στο Μόχλο. Οι νεκροί τοποθετούνταν σε ένα επαναφυσιοποιημένο τόπο και μεταφορικά συνενώνονταν με το φυσικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η σημασία του τόπου. Η ταφική τελετουργία περνούσε μέσα από το πρίσμα ενός νοηματοδοτημένου και δυναμικού τόπου. Ο τόπος αυτός εκπροσωπούσε σχέσεις συγγένειας, καταγωγής, παράδοσης και ιστορίας και άρα αποτελούσε υλική έκφραση της τοπικής ταυτότητας.

 

Εικ. 12. Νεκροταφείο Μόχλου. Αναπαράσταση του τάφου Ι/ΙΙ/ΙΙΙ. Εικ. 13. Νεκροταφείο Μόχλου. Αναπαράσταση του τάφου ΙV/V/VΙ.
Εικ. 12. Νεκροταφείο Μόχλου. Αναπαράσταση του τάφου Ι/ΙΙ/ΙΙΙ. Εικ. 13. Νεκροταφείο Μόχλου. Αναπαράσταση
του τάφου ΙV/V/VΙ.

 

Η σημασία του χώρου του νεκροταφείου ενισχύεται από την περαιτέρω εξέταση της τοπογραφίας. Οι δυτικοί άνεμοι που κυριαρχούν στην περιοχή οδηγούσαν τα καράβια που κατέπλεαν στο Μόχλο είτε – συνήθως – μπροστά από το νεκροταφείο, γύρω από τη νησίδα και στο ανατολικό λιμάνι (Εικόνα 14), είτε – σπανιώτερα – κατευθείαν νότια του νεκροταφείου, όπου θα μπορούσε να υπάρχει ένα δεύτερο λιμάνι (Eικόνα 15). Το νεκροταφείο ήταν ουσιαστικά η πύλη της κοινότητας του Μόχλου, της οποίας η οικονομία στηριζόταν στην εισαγωγή πρώτων υλών, όπως χαλκός, χρυσός, άργυρος και ημιπολύτιμοι λίθοι, από τα οποία κατασκεύαζαν τέχνεργα υψηλής αξίας. Αυτά τα τέχνεργα, μετά από διάφορα στάδια χρήσης και επισκευής, τελικά αποθέτονταν στο νεκροταφείο στο πλαίσιο της ταφικής τελετουργικής δραστηριότητας. Επομένως οι εισηγμένες ύλες διέγραφαν ένα κύκλο ζωής μέσα στο Μόχλο. Η αρχή και ταυτόχρονα το καταληκτικό σημείο αυτού του κύκλου και άρα του κύκλου της οικονομικής δραστηριότητας, ήταν το νεκροταφείο, γεγονός που αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τη σημασία αυτού του τόπου.

 

Εικ. 14. Καταπλέοντας στον Μόχλο. Αναπαράσταση. Εικ. 15. Πιθανό δυτικό λιμάνι στο Μόχλο. Αναπαράσταση.
Εικ. 14. Καταπλέοντας στο Μόχλο. Αναπαράσταση. Εικ. 15. Πιθανό δυτικό λιμάνι στο Μόχλο. Αναπαράσταση.

 

Συμπερασματικά, το φυσικό περιβάλλον στο Μόχλο δεν ήταν απλά το παθητικό υπόβαθρο της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ήταν ένας νοηματοδοτημένος και ενεργός κόμβος μέσα στον κοινωνικό ιστό. Από τη μία πλευρά, το νεκροταφείο βρισκόταν σε θέση-κλειδί, δηλαδή την είσοδο του λιμανιού. Από την άλλη πλευρά, η αρχιτεκτονική είχε χρησιμοποιηθεί στρατηγικά ώστε να δημιουργηθεί μία αρένα κοινωνικής δράσης. Μέσα σε αυτήν την αρένα η ταφική τελετουργία αναδιαπραγματευόταν τις δομικές παραμέτρους της οικονομικής και κατ’ επέκταση της κοινωνικής ζωής του Μόχλου. Το τοπίο ενσωμάτωνε τους προγόνους οι οποίοι προβάλλονταν ως οι φυσικοί προστάτες της κοινωνίας και οι εγγυητές της καταγωγής και της παράδοσης.

 

Πετσοφάς

Εικ. 16. Χάρτης του Παλαικάστρου.
Εικ. 16. Χάρτης του Παλαικάστρου.

Ο Πετσοφάς είναι μία κορυφή στην περιοχή του Παλαικάστρου, μίας παράκτιας, πεδινής περιοχής, παρόμοιας με τα Γουρνιά και το Μόχλο, όμως ευρύτερης και λιγότερο οριοθετημένης από βουνά, με εξαίρεση τη δυτική της πλευρά (Εικόνα 16). Ένας εκτεταμένος οικισμός άκμασε στη θέση Ρουσσόλακκος μεταξύ της Πρωτομινωικής ΙΙ και της Υστερομινωικής ΙΙΙΒ περιόδου. Τα υψώματα και οι λόφοι που περιβάλλουν το Ρουσσόλακκο χρησιμοποιήθηκαν ως χώροι νεκροταφείων κατά την ίδια χρονική περίοδο (Εικόνα 17).

 

Εικ. 17. Παλαίκαστρο: Στο κέντρο η περιοχή του Ρουσσόλακκου και στο βάθος η κορυφή του Πετσοφά.
Εικ. 17. Παλαίκαστρο: Στο κέντρο η περιοχή του Ρουσσολάκκου και στο βάθος η κορυφή του Πετσοφά.

 

Κατά την Πρωτομινωική ΙΙΙ – Μεσομινωική Ι, δημιουργήθηκε ένα ιερό στην κορυφή του Πετσοφά. Οι τελετουργικές πρακτικές συμπεριλάμβαναν την απόθεση πήλινων ειδωλίων βοοειδών, ανδρών και γυναικών. Ο Πετσοφάς, μαζί με άλλα ιερά κορυφής, αποτελεί κλειδί για την κατανόηση των κοινωνικών διαδικασιών στην Μεσομινωική – Υστερομινωική Ι Κρήτη. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των περιοχών λατρείας είναι ότι αρχικά ήσαν σχεδόν εντελώς φυσικά διαμορφωμένοι χώροι, με ελάχιστες, ή καθόλου αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις. Επομένως η τελετουργική δραστηριότητα για την (αναδια-) πραγμάτευση κοσμοαντιλήψεων, νοοτροπιών και κοινωνικών σχέσεων διοχετευόταν μέσα από την πολλαπλή βίωση του φυσικού περιβάλλοντος. Αυτή η εμπειρία του τοπίου συμπεριλάμβανε και την ανάβαση στο βουνό του Πετσοφά, καθώς και μία εντυπωσιακή θέα, σχεδόν πανοραμική, της περιοχής του Παλαικάστρου (Εικόνα 18). Αυτός ο τρόπος θέασης του τοπίου με το διευρυμένο ορίζοντα ήταν εντελώς διαφορετικός από την αντίληψη που επέτρεπε η καθημερινή ρουτίνα. Άλλωστε, η θρησκευτική δραστηριότητα εξ ορισμού αποτελεί μία ιδιαίτερη έκφανση της ανθρώπινης δράσης.

 

Εικ. 18. Θέα της περιοχής του Παλαικάστρου από το ιερό κορυφής Πετσοφά. Άποψη από Νότια.
Εικ. 18. Θέα της περιοχής του Παλαικάστρου από το ιερό κορυφής Πετσοφά. Άποψη από Νότια.

 

Κατά την Υστερομινωική Ι περίοδο, το τέμενος του Πετσοφά αντικαταστάθηκε από ένα χτιστό παράρτημα, πέντε τουλάχιστον δωματίων, πιθανότατα χτίστηκε από ντόπιο λίθο, ο οποίος αφθονεί στην περιοχή. Ο εμπρός τοίχος του δωματίου 1 διατηρείται ακόμη σε ύψος περίπου 1.80-1.90 μ. (Εικόνα 19). Παλαιότερα διατηρούνταν σε ακόμη μεγαλύτερο ύψος, δηλαδή 2.50 μ. Ο τοίχος αυτός δίνει μία χονδρική εντύπωση του συνολικού ύψους του κτηρίου. Η αποκατάστασή του έχει βασιστεί στη δημοσιευμένη κάτοψη, σε πρόσφατες φωτογραφίες από τη θέση, καθώς και σε παραστάσεις ιερών από τη μινωική τέχνη (Εικόνες 20-23).

 

Εικ. 19. Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στο ιερό κορυφής Πετσοφά από δυτικά. Εικ. 20. Το ιερό κορυφής Πετσοφά: αναπαράσταση με τριμερές κτήριο και μικρά κέρατα καθοσίωσης.
Εικ. 19. Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στο ιερό κορυφής Πετσοφά από δυτικά. Εικ. 20. Το ιερό κορυφής Πετσοφά: αναπαράσταση με τριμερές κτήριο και μικρά κέρατα καθοσίωσης.
Εικ. 21. Το ιερό κορυφής Πετσοφά: αναπαράσταση απλή. Εικ. 22. Το ιερό κορυφής Πετσοφά: αναπαράσταση με απλό κτήριο και μεγάλα κέρατα καθοσίωσης.
Εικ. 21. Το ιερό κορυφής Πετσοφά: αναπαράσταση απλή. Εικ. 22. Το ιερό κορυφής Πετσοφά: αναπαράσταση με απλό κτήριο και μεγάλα κέρατα καθοσίωσης.

 

Η προσθήκη του χτιστού παραρτήματος είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό των λίγων ιερών κορυφής που δεν εγκαταλείφθηκαν μετά το τέλος της Μέσης Εποχής του Χαλκού. Μπορεί επίσης να θεωρηθεί μέρος της γενικότερης τάσης των Νεοανακτορικών χρόνων για υπογράμμιση της σημασίας του κόσμου των ζωντανών σε αντίθεση με τον κόσμο των νεκρών, μέσα από μία αρχιτεκτονική εντατική δραστηριότητα, η οποία συμπεριέλαβε την ανέγερση ανακτόρων, επαύλεων, αγροκτημάτων, εκτεταμένων οικισμών και κωμών, αλλά σχεδόν καθόλου τάφων. Οι ταφές συνήθως περιορίζονταν σε λάκκους, σπήλαια, βραχοσκεπές και μικρότερες ακόμη βραχώδεις εσοχές ή εξοχές. Φαίνεται ότι ο ζωντανοί ήθελαν να διαφοροποιηθούν από το φυσικό περιβάλλον τους χωρίς όμως να συμπεριλάβουν τους νεκρούς στην κίνηση αυτή. Η στάση αυτή απέναντι σε τοπίο και αρχιτεκτονική παρουσιάζει έντονη διαφορά σε σχέση με τη στάση της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, όταν συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο: οι τάφοι αποτελούσαν τα πλέον μνημειακά χτιστά συγκροτήματα στο τοπίο, ενώ αρχιτεκτονική και φυσικό περιβάλλον συνδέονταν αρμονικά.

 

Εικ. 23. Το ιερό κορυφής Πετσοφά: αναπαράσταση με τριμερές κτήριο και μεσαία κέρατα καθοσίωσης.
Εικ. 23. Το ιερό κορυφής Πετσοφά: αναπαράσταση με τριμερές κτήριο και μεσαία κέρατα καθοσίωσης.

 

Η αντίθεση αυτή ανάμεσα στην Πρώιμη και την Ύστερη Εποχή του Χαλκού αντικατοπτρίζεται με πολύ τυπικό τρόπο στον Πετσοφά. Η θέση αυτή είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεταμόρφωσης της στάσης του ανθρώπου απέναντι στο τοπίο. Η μεταμόρφωση αυτή ξεκίνησε στη Μέση Εποχή του Χαλκού ως μία προϊούσα διχοτόμηση φυσικού περιβάλλοντος και ανθρώπινης δράσης, αλλά φαίνεται ότι η διχοτόμηση αυτή εξελίχθηκε σε μία ασύμμετρη σχέση, με την ανθρώπινη δράση να αναλαμβάνει τον κυρίαρχο ρόλο κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού.

 

Ευχαριστίες

Το πρόγραμμα συγχρηματοδοτήθηκε από εθνικούς πόρους και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, Η Καθηγήτρια Προϊστορικής Αρχαιολογίας Ελένη Μαντζουράνη ήταν η επιστημονική υπεύθυνη του προγράμματος. Ο Χρύσανθος Κανελλόπουλος, Λέκτορας Κλασικής Αρχαιολογίας, και ο Πλάτων Κωνσταντόπουλος εκπόνησαν τις ψηφιακές αποκαταστάσεις.

 

Συγγραφέας

Γιώργος Βαβουρανάκης
Λέκτορας “Προϊστορικού Αιγαίου: Θεωρητικής Αρχαιολογίας”
Εθνικό &  Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
gvavour [at] arch.uoa.gr

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

 

Σχόλια

Παρακαλούμε τα σχόλιά σας να είναι στα Ελληνικά (πάντα με ελληνικούς χαρακτήρες) ή στα Αγγλικά. Αποφύγετε τα κεφαλαία γράμματα. Ο Αιγεύς διατηρεί το δικαίωμα να διαγράφει εκτός θέματος, προσβλητικά, ανώνυμα σχόλια ή κείμενα σε greeklish.