ADVANCED SEARCH +

Αιγεύς Εταιρεία Αιγαιακής Προϊστορίας

ΑΙΓΑΙΑΚΕΣ ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΕΣ

1 Οκτωβρίου 2013

Andonis Vasilakis & Keith Branigan (with contributions by Tim Campbell-Green, Tristan Carter, Doniert Evely, Jane Francis, Flora Michelaki, Kostas Sbonias, and Sevi Triantafyllou), 2010. Moni Odigitria. a Prepalatial Cemetery and Its Environs in the Asterousia, Southern Crete [Prehistory Monographs 30], Philadelphia: INSTAP Academic Press.

Σκληρό εξώφυλλο, 346 σ., πίνακες, σχέδια και φωτογραφίες 256 σ., 21,5 Χ 28 εκ.μ. ISBN 978-1-931534-58-1.

Βιβλιοκρισία από το Γιώργο Βαβουρανάκη, Λέκτορα “Προϊστορικού Αιγαίου: Θεωρητικής Αρχαιολογίας”, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, gvavour [at] arch.uoa.gr


 

Για να γίνει κατανοητή η σημασία της τελικής δημοσίευσης της ανασκαφής του μινωικού νεκροταφείου στη Μονή Οδηγήτρια που παρουσιάζεται εδώ, είναι απαραίτητη μία σύντομη αναφορά στην ιστορία της έρευνας. Η ανασκαφή στην εν λόγω θέση της νότιας κεντρικής Κρήτης πραγματοποιήθηκε από αρχαιολόγους της ΚΓ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων κάτω από την αφόρητη πίεση των επανειλημμένων λαθρανασκαφών κατά τα έτη 1979 και 1980. Εξαιτίας αυτών, αναμοχλεύθηκαν σχεδόν εξολοκλήρου οι δύο θόλοι του νεκροταφείου. Το 1992 αντικείμενα της συλλογής Μητσοτάκη αναγνωρίσθηκαν ως πιθανότατα προερχόμενα από τη θέση.

Πέρα από τις σημαντικότατες νομικές και πολιτικές προεκτάσεις των γεγονότων αυτών, οι αρχαιολόγοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με την ανάγκη να ανασυστήσουν, όσο αυτό ήταν δυνατόν, το εν πολλοίς χαμένο αρχαιολογικό πλαίσιο των ευρημάτων τους. Επιπρόσθετα, η μελέτη των ευρημάτων καθυστέρησε σημαντικά λόγω της συνήθους εργασιακής πίεσης και της έλλειψης μέσων που συνοδεύει όσους εργάζονται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Εν τέλει, πραγματοποιήθηκε ως συνεργασία του κύριου ανασκαφέα, Αντώνη Βασιλάκη, με τον Keith Branigan και από επιστημονική ομάδα που συστήθηκε για τον σκοπό αυτό κατά το διάστημα 2002-2005. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω περιορισμών, η τελική δημοσίευση που παρουσιάζεται εδώ αποτελεί ουσιαστικά προϊόν εκ των υστέρων μελέτης του υλικού.

Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, από τους Branigan και Βασιλάκη, αφορά τη συστηματική έρευνα επιφανείας στην περιοχή γύρω από τη θέση. Ο σαφώς διατυπωμένος στόχος της έρευνας αυτής ήταν ο συσχετισμός του νεκροταφείου με σύγχρονούς του οικισμούς. Διαπιστώθηκε η ύπαρξη επιμέρους ΠΜ Ι εγκαταστάσεων και ενός κύριου ΠΜ ΙΙ οικισμού. Κατά τη ΜΜ Ι περίοδο διαπιστώνεται σταδιακή παρακμή στην κατοίκηση, η οποία μάλλον σχετίζεται με το αντίστοιχο κλείσιμο του νεκροταφείου μετά το τέλος της προανακτορικής περιόδου. Λόγω του μετανασκαφικού της χαρακτήρα, η έρευνα επιφανείας θα μπορούσε να παρουσιασθεί στο τέλος του βιβλίου, όπου το νεκροταφείο εντάσσεται στο ευρύτερο γεωγραφικό και ιστορικό του πλαίσιο. Η πρόταξη του συγκεκριμένου κεφαλαίου προδίδει μία μάλλον παραδοσιακή επιστημολογική διάθεση, όπου η έρευνα επιφανείας θεωρείται προετοιμασία της ανασκαφής ως μέθοδος επιλογής της κατάλληλης θέσης.

Στο δεύτερο κεφάλαιο ο Βασιλάκης παρουσιάζει τη στρωματογραφία και την αρχιτεκτονική της θέσης. Η περιγραφή χώρων, στρωμάτων και ομάδων προδίδει αυστηρή και συνεπή εφαρμογή των ανασκαφικών τεχνικών. Το κεφάλαιο  διαρθρώνεται ως αφήγηση πεπραγμένων και λιγότερο ως σύνθεση ανασκαφικών δεδομένων, γεγονός που δικαιολογείται εν μέρει από τα προβλήματα που προκάλεσαν οι λαθρανασκαφές. Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα περιγράφονται με ακρίβεια και πληρότητα δίνοντας σαφή εικόνα των δύο θόλων, του ορθογωνίου κτηρίου σε επαφή με τη θόλο Β, του λάκκου του οστεοφυλακίου, των αύλειων χώρων εντός και εκτός περιβόλου και των υπολοίπων χώρων. Ωστόσο, το εποπτικό υλικό δεν είναι επαρκές. Παρατίθενται φωτογραφίες κυρίως της ανασκαφικής διαδικασίας παρά της αρχιτεκτονικής καθεαυτής. Οι κατόψεις που παρατίθενται είναι λεπτομερέστατες, αλλά η σχεδιαστική τομή δεν αποδίδει την τρίτη διάσταση με επάρκεια. Θα βοηθούσε ένα αξονομετρικό σχέδιο ή μία τομή μεγαλύτερου μεγέθους, π.χ. ως ανάπτυγμα.

Το τρίτο και τέταρτο κεφάλαιο αφορούν την κεραμική. Παρουσιάζονται τα γενικά χαρακτηριστικά ανά ρυθμό και σχήμα και, κατόπιν, τα επιμέρους στοιχεία ανά στρωματογραφική ομάδα. Στη συνέχεια επιχειρείται σύνθεση για τη χρονολόγηση και χρήση των επιμέρους χώρων. Πρόκειται για μία πλήρη παρουσίαση με ποσοτικές αναλύσεις, ποιοτικές τεχνοτροπικές αποτιμήσεις και ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές προτάσεις. Ωστόσο, οι Branigan και Campbell-Green αναφέρουν ότι η έννοια του ρυθμού είναι προβληματική, αφού κάποιοι ρυθμοί διακρίνονται κυρίως από τη διακόσμηση (ρυθμός Σαλάμη, ρυθμός Αγίου Ονουφρίου) και άλλοι από τη χρήση των αγγείων (ρυθμός κωνικών κυπέλλων). Μολονότι οι συγγραφείς δεν μπορούν να κατηγορηθούν, καθώς ακολούθησαν την ερευνητική πεπατημένη, το κεραμικό υλικό τους παρέσχε τις αφορμές για αναθεωρήσεις και καινοτομίες.

Οι μελετητές χρονολογούν την κύρια χρήση του νεκροταφείου στην ΠΜ Ι – ΜΜ Ι, διακρίνουν μία έμφαση στα αγγεία για κατανάλωση και παράθεση υγρών και διαπιστώνουν ότι το κλείσιμο του νεκροταφείου στην ΜΜ ΙΙ συνδυάστηκε με τελετουργική τοποθέτηση παλαιοτέρων ΠΜ αγγείων σε σημεία-κλειδιά, όπως η είσοδος της θόλου Β. Αυτές οι ερμηνευτικές παρατηρήσεις είναι ενδιαφέρουσες και τεκμηριωμένες. Με περισσότερο σκεπτικισμό θα πρέπει να αντιμετωπισθούν κάποιες επιμέρους ερμηνευτικές προτάσεις. Έτσι υποστηρίζεται ότι έχουν βρεθεί ελάχιστα τμήματα από 17 πίθους, διότι τα υπόλοιπα αγγεία αφαιρέθηκαν από το νεκροταφείο κατά την Προϊστορία. Δεν είναι όμως σαφές αν αφαιρέθηκαν ως υπόλοιπα αγγείων ή ως θραυσμένο υλικό ούτε ποιά θα ήταν τα κίνητρα αφαίρεσης έστω ημιτελών πίθων. Δεν διερευνάται, επίσης, η περίπτωση συγκεκριμένων διαδικασιών διάπλασης της αρχαιολογικής μαρτυρίας. Π.χ., οι πίθοι διαφέρουν από τα υπόλοιπα αγγεία διότι δεν αποτελούν κτερίσματα αλλά περιέχουν τα νεκρά σώματα και επομένως είναι πιο στενά συνδεδεμένοι με αυτά. Επομένως, θα ήταν δυνατόν να υπάρχει άλλη συνήθεια απόρριψής τους από τα υπόλοιπα αγγεία.

Στο πέμπτο κεφάλαιο, ο Branigan παρουσιάζει τα 37 μετάλλινα ευρήματα. Στη σύντομη συζήτηση αναφέρει μεταξύ άλλων ότι κυριαρχούν τα αντικείμενα καλλωπισμού, ενώ ένα ΠΜ εγχειρίδιο με ΜΜ καρφιά θα μπορούσε να έχει αποσυρθεί από το αρχικό πλαίσιο ταφικής απόθεσής του για να επιδιορθωθεί και να επαναχρησιμοποιηθεί (και στη συνέχεια να επιστρέψει και πάλι στο νεκροταφείο ως κτέρισμα).

Στο έκτο κεφάλαιο o Carter παρουσιάζει τη μελέτη των λίθινων λαξευμένων εργαλείων από οψιανό και πυριτόλιθο. Ο οψιανός είναι κυρίως μηλιακός και σε μία περίπτωση από την Αντίπαρο. Η κατεργασία του οψιανού αποτελεί υψηλό δείγμα της κρητικής κοινής παράδοσης τεχνογνωσίας, η οποία, μαζί με τη απουσία ιχνών βαριάς χρήσης, παραπέμπει αφενός σε εξειδικευμένη ταφικά παραγωγή και αφετέρου σε χρήση των λεπίδων για καλλωπισμό, υπόθεση που υποστηρίζεται και από τα μετάλλινα ευρήματα, όπως αναφέρθηκε. Τα χαρακτηριστικά αυτά του συνόλου του υλικού από οψιανό ερμηνεύονται ως αποτέλεσμα της επαναπλαισιοθέτησης των όποιων, μάλλον διαμεσολαβημένων, κυκλαδικών συνδηλώσεων της πρώτης ύλης σε μία προσπάθεια μίμησης ανατολικών πρακτικών προσωπικής περιποίησης. Ο πυριτόλιθος, σπάνιο εύρημα σε μινωικές θέσεις, ερμηνεύεται ως κατάλοιπο προηγούμενης του τάφου, μάλλον Νεολιθικής, δραστηριότητας.

Το έβδομο κεφάλαιο αφιερώνεται στη μελέτη των λίθινων αγγείων και λειασμένων εργαλείων από τον Evely. Παρουσιάζεται η τυπολογία του υλικού αλλά και θέματα πρώτων υλών και τεχνικών κατασκευής. Συμπεραίνεται ότι τα εν λόγω αντικείμενα αποτελούν προϊόντα τοπικής παραγωγής, κατά την οποία χρησιμοποιήθηκαν ντόπιοι λίθοι με αισθητικά κριτήρια επιλογής. Σε σύγκριση με άλλες θέσεις, η Οδηγήτρια δείχνει να είχε άνετη πρόσβαση σε προϊόντα βιοτεχνικής παραγωγής και ανάλογα του μεγέθους του πληθυσμού της. Μάλιστα, η ποικιλία σχημάτων την καθιστά συγκρίσιμη με μεγαλύτερες κοινότητες της Μεσαράς και πλουσιότερα σύνολα λιθίνων αγγείων, όπως αυτό του νεκροταφείου της Κουμάσας.

Το όγδοο κεφάλαιο των Μιχελάκη και Βασιλάκη αφορά τα κοσμήματα και τα λοιπά μικρά ευρήματα. Αυτά περιλαμβάνουν ψήφους, δύο χρυσά διαδήματα, διάτρητα θαλάσσια όστρεα μάλλον χρησιμοποιημένα ως κοσμήματα, λίγα ειδώλια, αλλά και όστρακα διαμορφωμένα τριγωνικά σε δεύτερη χρήση ως μετρητές. Κάθε κατηγορία αντικειμένου τοποθετείται και στο ευρύτερο πλαίσιο παραλλήλων ευρημάτων.

Στο ένατο κεφάλαιο ο Σμπόνιας συζητά τις σφραγίδες, οι οποίες παρά το μικρό αριθμό τους δείχνουν ότι η κοινότητα που χρησιμοποιούσε το νεκροταφείο της Οδηγήτριας είχε τη δυνατότητα να καταναλώνει σφραγίδες από ελεφαντόδοντο, όπως κάποιες άλλες, λίγες και διακεκριμένες κοινότητες στα Αστερούσια όρη. Συνολικά οι σφραγίδες της ύστερης προανακτορικής περιόδου από το νεκροταφείο της Οδηγήτριας δείχνουν κοινωνική οργάνωση με ετερογένεια αλλά και ανταγωνιστική πολυπλοκότητα, προφανώς σχετική των διαδικασιών που οδήγησαν λίγο αργότερα στο φαινόμενο των ανακτόρων.

Στο δέκατο κεφάλαιο η Τριανταφύλλου εξετάζει τα ανθρώπινα κατάλοιπα. Πρόκειται για μία θαρραλέα προσπάθεια μελέτης ενός εν πολλοίς αναμοχλευμένου υλικού, η οποία περιλαμβάνει τον υπολογισμό του ελάχιστου αριθμού ατόμων, τα παλαιοπαθολογικά και δημογραφικά χαρακτηριστικά του δείγματος, αλλά και την ανασύνθεση των ταφικών πρακτικών. Ενδιαφέρουσα είναι η πρόταση για την ύπαρξη πρωτογενούς σταδίου ταφής με έκθεση του νεκρού στις καιρικές συνθήκες, ίσως σε χώρο υπαίθριο ή ημιστεγασμένο έξω από τη θόλο Α. Η πρόταση αυτή ερείδεται στον ιδιαίτερο βαθμό φθοράς που παρουσιάζουν τα αντίστοιχα ανθρώπινα οστά. Ωστόσο, το συγκεκριμένο δείγμα προέρχεται από την απόθεση της αναμόχλευσης της λαθρανασκαφής. Επιπλέον, και ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το δείγμα αποτελεί το σύνολο των οστών από τη θόλο Α, ο συνολικός πληθυσμός του υποαντιπροσωπεύεται (10%). Μολονότι η ερμηνεία μίας ειδικής επιστήμονος δεν αμφισβητείται, απουσιάζει η λεπτομερής περιγραφή της ταφονομίας και των επιπτώσεών της στο υλικό, ώστε να τεκμηριωθεί η απόδοση των φθορών των οστών σε παράγοντες διάπλασης της αρχαιολογικής μαρτυρίας και όχι σε μεταποθετική έκθεση στις σύγχρονες καιρικές συνθήκες.

Τέλος, τα οστά του οστεοφυλακίου της θόλου Β αποδίδονται σε επανειλημμένες πράξεις τακτικής ανακομιδής πρωτογενών ταφών. Ωστόσο οι μελετητές της κεραμικής θεωρούν ότι ο λάκκος διανοίχθηκε κατά την ΜΜ ΙΒ και επομένως όλες οι ανακομιδές θα πρέπει να τοποθετηθούν στην ύστατη φάση χρήσης του νεκροταφείου. Και αυτή η ερμηνεία χρήζει περαιτέρω συζήτησης, καθώς το δείγμα των 64 ατόμων είναι καλύτερο σε επίπεδο αντιπροσώπευσης από αυτό της θόλου Α αλλά όχι πλήρες (20%). Αν η Οδηγήτρια είχε πληθυσμό (βλ. παρακάτω) λίγων πυρηνικών οικογενειών στην περίοδο ακμής της, δικαιολογείται ο κατ’ ελάχιστον αριθμός των 300-350 νεκρών για το διάστημα της παρακμής της στα τέλη της προανακτορικής και στις αρχές της παλαιοανακτορικής περιόδου; Ωστόσο αυτό είναι ερώτημα που δεν αφορά τόσο τη μελέτη των οστών καθεαυτή, όσο το επόμενο, ενδέκατο, κεφάλαιο.

Στο κεφάλαιο αυτό, ο Branigan συνοψίζει τα κυριότερα συμπεράσματα των επιμέρους κεφαλαίων και επεκτείνεται σε ένα θέμα που τον έχει απασχολήσει και σε παλαιότερες δημοσιεύσεις, δηλαδή την κοινωνική οργάνωση κατά την προανακτορική περίοδο. Στηρίζεται στα δεδομένα της έρευνας επιφανείας για να υποστηρίξει ότι το νεκροταφείο είχε χρησιμοποιηθεί από τουλάχιστον τέσσερις ΠΜ ΙΙ κοινότητες οι οποίες αριθμούσαν συνολικά 7-10 πυρηνικές οικογένειες και είχαν σχηματίσει δύο «γένη» ή φατρίες. Οι ομάδες αυτές είχαν περιορισμένη (διάθεση για) πρόσβαση σε αντικείμενα από πολύτιμες πρώτες ύλες κατά την ΠΜ ΙΙ. Κατά την ΠΜ ΙΙΙ η αρχιτεκτονική ανακαίνιση και οι αποθέσεις αντικειμένων κατέστησαν το νεκροταφείο σε θέση υψηλού κύρους σε σχέση με άλλα νεκροταφεία της περιοχής.

Στο δωδέκατο κεφάλαιο, οι Branigan και Βασιλάκης εντάσσουν το νεκροταφείο της Οδηγήτριας στα ευρύτερα κοινωνικά δρώμενα της Μεσαράς και πιο συγκεκριμένα της περιοχής του Αγιοφάραγγου και των Αστερουσίων ορέων κατά της Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σύγκριση με τον γειτονικό τάφο της Αγίας Κυριακής. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι πρόκειται για δύο νεκροταφεία που εντάσσονται σε μία ενιαία παράδοση ταφικών εθίμων και αντιλήψεων, αλλά στο καθένα από αυτά παρατηρούνται τοπικές παραλλαγές στην πραγματοποίηση των εθίμων μέσα από τα συγκεκριμένα δρώμενα και τις τελετές που έλαβαν αντίστοιχα χώρα. Έτσι, η Μονή Οδηγήτρια δείχνει έμφαση στα μαγειρικά αγγεία και τη χρήση των αύλειων χώρων, ενώ έχει αποδώσει λιγότερες σφραγίδες.

Η δημοσίευση περιλαμβάνει ένα ακόμη κεφάλαιο, το οποίο αποτελεί περίληψη στα Ελληνικά. Ακολουθούν τα παραρτήματα των καταλόγων και ομάδων του υλικού.   Συνολικά, και μόνο εξαιτίας των συνθηκών ανασκαφής αλλά και του μετανασκαφικού χαρακτήρα της μελέτης του υλικού, η δημοσίευση της Μονής Οδηγήτριας αποτελεί αναμφίβολα επίτευγμα, για το οποίο αξίζουν συγχαρητήρια στους δύο κύριους συγγραφείς και στα υπόλοιπα μέλη της επιστημονικής ομάδας. Αν υπάρχει τρόπος να συνοψισθούν οι αδυναμίες της δημοσίευσης, θα μπορούσε να εντοπισθεί μία έλλειψη συντονισμού στις επιμέρους ερμηνευτικές παρατηρήσεις, η οποία θα θεραπευόταν με πιο λεπτομερή αναστοχαστική ματιά των δύο κύριων συγγραφέων στο σύνολο της μελέτης.

Παρόλα αυτά, η Μονή Οδηγήτριας δεν παύει να συνδυάζει τη λεπτομερή παράθεση αρχαιολογικών δεδομένων με τη συστηματική τους ανάλυση και πολλές επιμέρους αλλά και συνολικές ερμηνευτικές παρατηρήσεις, με αποτέλεσμα να διακρίνεται για τον εξαιρετικά ολοκληρωμένο χαρακτήρα της ως προϊόντος έρευνας πεδίου. Η συμβολή της στη μινωική αρχαιολογία είναι αναμφίβολα μεγάλη, καθώς ήδη αποτελεί εργαλείο αναφοράς για όσους εργάζονται επάνω σε αντίστοιχα αρχαιολογικά υλικά ή θέματα.

Comments

Παρακαλούμε τα σχόλιά σας να είναι στα Ελληνικά (πάντα με ελληνικούς χαρακτήρες) ή στα Αγγλικά. Αποφύγετε τα κεφαλαία γράμματα. Ο Αιγεύς διατηρεί το δικαίωμα να διαγράφει εκτός θέματος, προσβλητικά, ανώνυμα σχόλια ή κείμενα σε greeklish.